Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2025

Λογοτεχνικά σημειώματα -- 1

1/2 -- Σωτήρης Δημητρίου - Θὰ σὲ σκοτώσω
 
Αυτός που είπε νὰ σὲ φυλάει ὁ Θεὸς ἀπ’ τὴν κακιὰ τὴν ὥρα κάτι βαρὺ θὰ ἔπαθε, ὅπως ἔπαθα κι ἐγώ. Τότε δούλευα σ’ ἕνα μαγαζὶ γκαρσόν. Τὴ νύχτα. Τέρμα Ἱπποκράτους ἦταν τὸ μαγαζί. Δὲν εἶχα παράπονο ἀπ’ τὸ ἀφεντικὸ οὔτε κι ἀπὸ τοὺς πελάτες. Ὁ μάγειρας ὅμως ἀπὸ τὴν πρώτη ὥρα δὲν μὲ χώνεψε. Κάνε αὐτό, κάνε τ’ ἄλλο συνεχῶς νὰ μὴν πάρω ἀνάσα οὔτε μιὰ στιγμή. Δὲν μὲ ἔνοιαζε ἡ δουλειά, ἦταν ποὺ εἶχε τὸ μάτι συνεχῶς ἀπάνω μου σὰν κακὸ σκυλί. Μὲ τ’ ὄνομα δὲν μ’ ἔλεγε ποτέ. Ἄντε ρὲ βλάχο καὶ ἄντε ρὲ βλάχο, γαμῶ τὴν Ἀλβανία σας, μοῦ ἔλεγε. Μοῦ ἔγινε ἄγχος. Πήγαινα στὸ σπίτι νὰ κοιμηθῶ καὶ δὲν μοῦ κόλλαγε ὕπνος. Μερικὲς φορὲς πῆγα νὰ τὸν καλμάρω μὲ τὸν τρόπο μου καὶ γέλαγε παράξενα. Τότε ἀρρώστησα μέσα μου. Ἔψαχνα τρόπο νὰ βρῶ νὰ τὸν σκοτώσω. Ἕνα βράδυ μὲ ἔφερε στὸ ἀπροχώρητο. Σκόλασα, ἔφυγα ἀπ’ τὸ μαγαζὶ καὶ εἶδα τὸ μάτι του πάνω μου σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχα, σὰν νὰ ἤμουν ἕνα σίχαμα. Τράβηξα γιὰ ἕναν φίλο μου ποὺ ἔμενε στὴν Δάφνη. Ἔβρεχε ἀσταμάτητα. Τέρμα Ἱπποκράτους κατόπιν μέχρι τὸ Σύνταγμα πήγαινα ὅλο στὴ μέση του δρόμου θολός, τρελαμένος. Ὅλο μὲ μούτζωναν οἱ ὁδηγοὶ καὶ μοῦ φώναζαν. Ἔφτασα στὸ Σύνταγμα, περίμενα στὴ στάση. Μετὰ ἀπὸ ὥρα σταματάει ἕνα γιώτα χὶ μπροστά μου, μοῦ κορνάρει, καὶ ὁ ὁδηγὸς ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ συνοδηγοῦ. Ἔλα, μοῦ λέει, ἔμπα. Ἦταν ὁ μάγειρας. Ἄλλος ἄνθρωπος. Μὲ ρώταγε γιατί εἶσαι μούσκεμα, πῶς διάολο ἔγινες ἔτσι. Ἐγὼ τοῦ ’λεγα νὰ μὴν σὲ βγάλω ἀπ΄τὸν δρόμο. Μὴ σὲ νοιάζει, θὰ σὲ πάω ἐγὼ ὅπου θές, ἔμπα. Ἄλλος ἄνθρωπος, ἀλλὰ ἐμένα τὸ μίσος δὲν μοῦ εἶχε φύγει καθόλου. Ἀρχὲς Βουλιαγμένης πηγαίναμε σὰν τὶς χελῶνες. Σάββατο βράδυ εἶχε φρακάρει ἡ συγκοινωνία. Ἐκεῖ ποὺ ἤμασταν σταματημένοι τί μ΄ έπιασε γυρνάω καὶ τοῦ λέω θέλω νὰ σὲ σκοτώσω. Δὲν μοῦ εἶπε τίποτα, τί καὶ πῶς. Μουγκάθηκε. Μετὰ ἀπὸ καμιὰ πεντακοσαριὰ μέτρα ποὺ πάλι ἤμασταν σταματημένοι ἄνοιξα τὴν πόρτα καὶ ἔφυγα.

2/2 -- Διασκευή: Θα σε σκοτώσω
 
Αυτός που είπε να σε φυλάει ο θεός απ΄ την κακιά την ώρα κάτι βαρύ θα έπαθε, όπως έπαθα κι εγώ. Τότε δούλευα σ΄ ένα μαγαζί μάγερας. Τη νύχτα. Τέρμα Ιπποκράτους ήτανε το μαγαζί. Δεν είχα παράπονο απ΄ το αφεντικό ούτε κι από τους πελάτες. Ένα γκαρσόν όμως από την πρώτη ώρα που πάτησε το πόδι του δε με χώνεψε. Τη μέρα που ΄ρθε να ζητήσει δουλειά τον έπιασε το αυτί μου να παρακαλάει τ΄ αφεντικό να τον πάρει μάγερα, κι όταν το αφεντικό του ΄λεγε έχω μάγερα, αυτός έλεγε έχω μεγάλη ανάγκη για μεροκάματο και θα κάνω ό,τι να ΄ναι. Μας έβλεπε όλους με μάτι αετίσιο σα να θέλει να τα κάνει όλα λες και δούλευε το μαγαζί μονάχος του. Βορειοηπειρώτης ήτανε και μιλούσε με μια περίεργη προφορά, λες και ήτανε στο χωριό του και μιλούσε με τους συχωριανούς, και το αφεντικό του έλεγε όταν παίρνει τις παραγγελιές να είναι σιωπηλός, να αποφεύγει να μιλάει στους πελάτες. Ήταν σβέλτος στη δουλειά. Όταν του ΄λεγα κάνε αυτό κάνε εκείνο δούλευε σα μηχανή, ήταν αητός σε όλα κι όσο περισσότερο τον ζόριζες τόσο καλύτερα γινόταν η δουλειά. Τύπος ήσυχος, δε μίλαγε όταν τον πείραζες, πάνω στη φούρια της δουλειάς έτρωγε όλα τα καλαμπούρια αμάσητα. Ένα βράδυ είχα σκολάσει αργά, έβρεχε ασταμάτητα, τονε βλέπω στη στάση κάτω στο Σύνταγμα. Σταματάω, κορνάρω, ανοίγω την πόρτα, έλα ρε έμπα, του φωνάζω. Γιατί ρε είσαι μούσκεμα, πώς διάολο έγινες έτσι; Εντάξει μωρέ μου έλεγε, μη σε βγάλω απ΄ το δρόμο, δε πειράζει. Μη σε νοιάζει του λέω, θα σε πάω όπου θες απόψε, έμπα ρε μέσα να μη βρέχεσαι. Σαββατόβραδο ήτανε, είχε κίνηση, φτάσαμε αρχή Βουλιαγμένης σαν τις χελώνες. Εκεί που είμαστε φρακαρισμένοι ξαφνικά γυρνάει με κοιτάει με βλέμμα σοβαρό και τι μού λέει ο τύπος; Θέλω να σε σκοτώσω. Πολύ επίσημα το είπε όμως. Πάω να του κάνω πλάκα, αλλά τον κοιτάω καλά καλά και είχε ύφος πολύ σοβαρό. Τον ξανακοιτάω μετά, πάλι σοβαρός ήτανε. Τον ξανακοιτάω μετά, ακόμα σοβαρός ήτανε. Αμάν λέω, την κάτσαμε, ποιος ξέρει τι έπαθε το παιδί, μπορεί να είναι και ψυχάκιας. Δεν έβγαλα κιχ. Μετά από πολλή ώρα, καμιά πεντακοσαριά μέτρα με βήμα σημειωτόν, ακόμα σοβαρό ύφος είχε, ξαφνικά ανοίγει την πόρτα και φεύγει μέσα στη βροχή.

Λογοτεχνικά σημειώματα -- 1

1/2 -- Σωτήρης Δημητρίου - Θὰ σὲ σκοτώσω   Αυτός που είπε νὰ σὲ φυλάει ὁ Θεὸς ἀπ’ τὴν κακιὰ τὴν ὥρα κάτι βαρὺ θὰ ἔπαθε, ὅπως ἔπαθα κι ἐγώ. Τ...